θυροφύλαξ

θῠροφύλαξ [φῠ], ᾰκος, ,
A door-keeper, Sch.Il.22.69, prob. in Fronto Epig.Gr.5.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυροφύλαξ — θυροφύλαξ, ακος, ὁ (Α) αυτός που φυλάγει την πόρτα, ο θυρωρός …   Dictionary of Greek

  • θυροφύλακας — θυροφύλαξ door keeper masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυροφύλακι — θυροφύλαξ door keeper masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …   Dictionary of Greek

  • φύλακας — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ.), στην πρώην επαρχία Κομοτηνής, του νομού Ροδόπης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θρυλορίου. * * * ο / φύλαξ ακος, ΝΜΑ αυτός που φυλάγει, που φρουρεί κάτι, που έχει τοποθετηθεί για να προστατεύει κάτι (α. «οι δύο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.